Αρχική ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ Για μένα Μνήμες μισού αιώνα φιλίας με τον ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο

Μνήμες μισού αιώνα φιλίας με τον ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο

337
0
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Από καιρό ήθελα να γράψω για τις φιλικές και πνευματικές σχέσεις με τον αγαπητό Ντίνο Χριστιανόπουλο που ξεπερνούν τον μισό αιώνα. Τη γνωριμία μαζί του, την  πνευματική ‘’καθοδήγηση’’ που άσκησε πάνω μου, τις γκρίνιες και τις κόντρες. Το τελικό ισοζύγιο κρίνω πως ήταν προς όφελός μου. Γιατί ο Ντίνος πέρα από τις κατά καιρούς παραξενιές του στάθηκε ένας πολύ καλός φίλος μου και γω κέρδισα πολλά από τη συναναστροφή μαζί του. Θα περιοριστώ σε κάποιους σταθμούς-συμβάντα της πενηνταπεντάχρονης πορείας μας.

Η πρώτη συνάντηση μαζί του έγινε τον Σεπτέμβρη του 1963. Όταν έφτασα από το χωριό μου, την Κρανιά Ελασσόνας, στη Θεσσαλονίκη για να φοιτήσω στη Φιλοσοφική σχολή, όπου είχα περάσει χωρίς φροντιστήριο, με τις γνώσεις μόνο που μου έδωσαν οι αείμνηστοι καθηγητές μου στη Γυμνάσιο Ελασσόνας. ‘Εφτασα στη Θεσσαλονίκη, χωρίς οικονομικές δυνατότητες για τις σπουδές μου. Ένας καθηγητής μου θεολόγος στο Γυμνάσιο,  Θεσσαλονικιός και φίλος του Ντίνου, με συνέστησε στον Χριστιανόπουλο, μήπως και βρεθεί κάποιος τρόπος βοήθειας, τουλάχιστο  για στέγαση. Κάτι είχε στο νου του και δώσαμε τηλεφωνικά ραντεβού στην Πλατεία Ελευθερίας, για να πάρουμε το λεωφορείο για τον προσδοκώμενο προορισμό. Μαζί του ήταν και ο άλλος αγαπητός ποιητής της Θεσσαλονίκης, ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου. Χαιρετιστήκαμε, πήραμε το λεωφορείο Πλατεία Ελευθερίας -‘Αγιοι Ανάργυροι για την πάνω Πόλη και στο δρόμο θα μου έλεγε τις σκέψεις του.  Ως ποιητή τον γνώριζα καλά από το διάβασμα των ποιητικών συλλογών του, αλλά πρώτη φορά συναντηθήκαμε από κοντά. Ήταν τότε 32 χρόνων, λεπτός,  συντηρητικός στο ντύσιμο, σαν ‘’ζωικός’’, που τους ήξερα από το εκκλησιαστικό περιβάλλον που έζησα και τα Κατηχητικά. Στο λεωφορείο μού ξεφούρνισε τον σκοπό. ‘’Θα πάμε, μου λέει, στον Παγκράτιο, τον ηγούμενο της μονής Βλατάδων, που ψάχνει για ένα καλό παιδί – βοηθό του’’.  Εγώ δαγκώθηκα. ‘’Ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σας, αλλά δεν θέλω’’, του είπα κοφτά. ‘’Εγώ ξέκοψα οριστικά από τους άλλους ‘’ευεργέτες’’ μου στην Ελασσόνα, δεν θέλω να συνεχίσω στο ίδιο κλίμα’’, αναφερόμενος στο περιβάλλον του εκκλησιαστικού οικοτροφείου στη μονή Ολυμπιώτισσας όπου έμεινα από βιοτική ανάγκη στις τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου. Χωρίς να έχω προσωπικά άσχημα βιώματα από την παραμονή μου εκεί, ήθελα να κόψω σχέσεις με τέτοια περιβάλλοντα, ν΄ αλλάξω κι άλλαξα…  Πόσο μάλλον για την περίπτωση του Παγκράτιου που είχαν φτάσει στα αυτιά μου διάφορα… εξώλης και προώλης. Ξαφνιάστηκε από τη στάση μου. Μείναμε αμίλητοι ως το τέλος της διαδρομής. Συμφωνήσαμε να τον επισκεφτούμε και να μην γίνει καμιά αναφορά για τον σκοπό της επίσκεψής μας. Πράγματι, πήγαμε, ο ηλικιωμένος ηγούμενος μας υποδέχτηκε φιλόξενα, ήπιαμε τον καφέ, γευτήκαμε τα μοναστηριακά κεράσματα, μιλήσαμε για γνώριμα πρόσωπα, μου έκανε ερωτήσεις πού θα μείνω και πώς θα τα βγάζω πέρα στο νέο περιβάλλον. Εγώ του απάντησα ότι δεν υπάρχει πρόβλημα, έχω τον αδερφό μου στην πόλη, όλα θα πάνε κατ’ ευχήν… ‘Όταν τον χειμώνα έβλεπα το ‘’πνευματικό παιδί’’ που μπήκε στη θέση μου να κατεβαίνει με ένα πολυτελές ΦΙΑΤ, από τα λίγα που κυκλοφορούσαν τότε στο πανεπιστήμιο, άνετος και ντυμένος ωραία, και γω να κακοπερνώ, δεν ζήλεψα. Αυτή ήταν η επιλογή μου και ήμουν υπερήφανος για τη στάση μου…

Από την πολύκροτη παρουσίαση του βιβλίου μου »Ο Έρως σκέπει την πόλη» το 1993 στον Ιανό. Από αριστερά Ντίνος Χριστιανόπουλος, Χρίστος Ζαφείρης, Γιώργος Αναστασιάδης.

Στο περιοδικό και την πινακοθήκη ‘’Διαγώνιος’’

Με τον Ντίνο όμως κράτησα τη γνωριμία. Τον επισκεφτόμουνα πιο συχνά όταν άνοιξε το γραφείο του περιοδικού και της Πινακοθήκης  ‘’Διαγώνιος’’, στη στοά Χρυσικοπούλου της οδού Τσιμισκή. Είδα κι έμαθα πολλά και γνώρισα κοντά του πολλούς ενδιαφέροντες φίλους του, ποιητές, πεζογράφους και καλλιτέχνες. Μου μιλούσε για πρόσωπα και πράγματα, για βιβλία και διαβάσματα. Του έδειξα και γω κάτι πρωτόλεια ποιήματα, τα οποία μόνο που δεν τα πέταξε στο πρόσωπό μου, από την απαξιωτική κριτική του. Έπαθα και γω ό,τι έπαθαν και άλλοι νέοι μαθητευόμενοι ποιητές που του έδειξαν γραφτά τους!. Δεν τον κάκιωσα, αλλά είναι γεγονός ότι σταμάτησα να γράφω… Πάντως, εκείνη την πρώτη γνωριμία, την παρρησία μου και την άρνησή μου την εκτίμησε, θα έλεγα, καθ΄υπερβολήν,  και έβλεπα ένα ενδιαφέρον, ένα σεβασμό στο πρόσωπό μου, που επικεντρωνόταν σε πατρικές συμβολές για την πρόοδό μου και τις πνευματικές επιλογές μου. ‘Όταν μάλιστα διέκοψα τις σπουδές μου στα χρόνια της χούντας και ασχολήθηκα με τη δημοσιογραφία, προσπάθησε να με μεταπείσει βρίζοντας με την χριστιανοπουλική γλώσσα συλλήβδην τους δημοσιογράφους ως άξεστους και τιποτένιους. Πάντως, παρακολουθούσε τα γραφόμενά μου και ανταποκρινόταν σε επαγγελματικές συνεργασίες (συμμετοχή σε καμπάνιες για πνευματικά ζητήματα της πόλης, συνεντεύξεις κλπ.), παρότι ‘’δεν γούσταρε τις φυλλάδες όπου δούλευα…’’ (Εργάστηκα τότε  στη ‘’Θεσσαλονίκη’’ κι αργότερα στον οργανισμό Λαμπράκη -Βήμα, Νέα, Ταχυδρόμος- στα Γραφεία Βόρειας Ελλάδας). Στα ρεπορτάζ μου έβγαλε καλές φωτογραφίες, που τις αγαπούσε ιδιαίτερα και τις δημοσίευε στα βιβλία του, ο καλός φωτορεπόρτερ φίλος και συνεργάτης μου Γιώργος Γιακουμίδης. Πάντως, ό,τι βιβλίο ή ακόμη φυλλάδιο που έβγαζε, ως το τέλος της πνευματικής παραγωγής του, μου το έστελνε με θερμή αφιέρωση…

Συνεντεύξεις και παρουσιάσεις

Τον Ιούλιο του  1988 το λογοτεχνικό περιοδικό του εκδότη Πέτρου Παπασαραντόπουλου  ‘’Παρατηρητής’’, όπου ήμουν από τους δημιουργούς του και σύμβουλος έκδοσης, αφιέρωσε το διπλό τεύχος του 6-7 στον Ντίνο Χριστιανόπουλο, κατά την καλή συνήθεια του περιοδικού να αφιερώνει τα τεύχη του κατά σειρά και με πλούσια ύλη στους  λογοτέχνες της πόλης. Στην αρχική κρούση που του έκανα ήταν αρνητικός. Πείστηκε όμως να συνεργαστεί όταν στην εκδοτική ομάδα για το αφιέρωμα συμμετείχε εκτός από μένα και οι αγαπητοί φίλοι του, ο φιλόλογος Παναγιώτης Πίστας και ο λογοτέχνης Θανάσης Γεωργιάδης που τους εκτιμούσε και τους είχε εμπιστοσύνη. Έψαξε στο αρχείο του, μας παρέθεσε ξεχασμένα αρχεία και ντοκουμέντα, συνεργάστηκε μαζί μας και βγήκε ένα ενδιαφέρον και ζουμερό αφιέρωμα. Σ΄αυτό, εκτός των άλλων έκανα και μια συνέντευξη μαζί του που στο τέλος αφαιρέθηκαν οι ερωτήσεις και έγινε ενιαίο κείμενο με τίτλο ‘’Ο δε υπομείνας εις τέλος…’’ και υπότιτλο ‘’Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος μιλάει στον Χρίστο Ζαφείρη για την αρνητική κριτική προς την ποίησή του’’. Σε δέκα πυκνογραμμένες σελίδες με δεκάρια γράμματα ο Ντίνος μιλάει με λεπτομέρειες και επιχειρήματα για όλες τις κατηγορίες ανθρώπων που τον συκοφάντησαν, τον κατέκριναν, όχι βέβαια με λογοτεχνικά κριτήρια, και τον προπηλάκισαν: τους χριστιανούς, το κράτος και τους εθνικιστές, τους αριστερούς, τους ομοφυλόφιλους, τους λογοτέχνες και τους κριτικούς. Απάντησε  επίσης εκτενώς για την αποδιδόμενη συσχέτισή του με τον Καβάφη και την στροφή του στη γυμνή έκφραση της ποίησής του.

Η πρώτη σελίδα της δεκασέλιδης συνέντευξης με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό »Παρατηρητής» το καλοκαίρι του 1988.

Θέλαμε η επίσημη παρουσίαση του τεύχους να γίνει στην Αθήνα, πέρα από λόγους δημοσιότητας και για το γεγονός ότι ποτέ στη ζωή του ο Χριστιανόπουλος δεν κατέβηκε  στην Αθήνα και να εμφανιστεί δημόσια καθώς ήταν περιβόητος στους δημοσιογραφικούς και λογοτεχνικούς κύκλους. Όταν του το πρότεινα τεχνηέντως, αρνήθηκε κάθετα. Τελικά ύστερα από πίεση και με επιχείρημα ότι οι Αθηναίοι έχουν κι αυτοί δικαίωμα να συνομιλήσουν μαζί του, δέχτηκε υπό όρους και με μια δέσμευση: ‘’Θα πάμε με αυτοκίνητο αυθημερόν (δεν έμπαινε σε αεροπλάνο), θα τους … χέσουμε και θα επιστρέψουμε την ίδια μέρα’’. Το δεχτήκαμε, δεν γινόταν αλλιώς,  και κλείσαμε την παρουσίαση του τεύχους στην αίθουσα της Ένωσης  Ανταποκριτών Ξένου Τύπου στο Κολωνάκι. Ξεκινήσαμε στις 5 το πρωί, με οδηγό τον Πέτρο Παπασαραντόπουλο και με συνεπιβάτες στις πίσω θέσεις τον Ντίνο και μένα. Φτάσαμε μετά από τρελές ταχύτητες και με την ψυχή στα δόντια στην ώρα της συνέντευξης, στις 11 το πρωί στην Αθήνα. Μας περίμεναν πολλοί δημοσιογράφοι και αρκετοί φίλοι της ποίησής του. Μετά από σύντομες εισαγωγές του Πέτρου και τη δική μου, πήρε τον λόγο ο Χριστιανόπουλος και απαντούσε στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων επί δύο σχεδόν ώρες με αιχμηρές απόψεις για πρόσωπα και πράγματα της πνευματικής και λογοτεχνικής ζωής της χώρας, ειδικά των Αθηνών. Όταν σταμάτησε ο χριστιανοπούλειος χείμαρρος, ξαναμπήκαμε στο αυτοκίνητο και κάναμε την πρώτη στάση της επιστροφής μας στη Στυλίδα, στον ‘’Καραβόμυλο’’, όπου φάγαμε ξεθεωμένοι αλλά… θριαμβευτές.

Την άλλη μέρα σεισμός στις εφημερίδες! Ολοσέλιδα ρεπορτάζ με προκλητικούς τίτλους για  λογοτεχνικά ‘’ιερά’’ τέρατα με τις ατάκες του Ντίνου. Ήταν ένας θρίαμβος δημοσιότητας, και μια ανακάλυψη και προβολή για το περιοδικό, που άρεσε βέβαια πολύ στους Αθηναίους για τη θεματογραφία του.

Τα βιβλία μου και ο Ντίνος

‘Όταν το 1990 έβγαλα το πρώτο μου βιβλίο στον ‘’Παρατηρητη’’ με τίτλο ‘’Θεσσαλονίκης Τοπιογραφία’’, του ζήτησα να το προλογίσει. Δέχτηκε ευχαρίστως και μού έστειλε χειρόγραφα με τον ωραίο γραφικό χαρακτήρα του δυο ‘’τυπογραφικές’’ σελίδες που δημοσιεύτηκαν ατόφιες ως εισαγωγή στο βιβλίο μου. Εκεί μεταξύ άλλων σημείωνε:

‘’Μερικοί λογοτέχνες φιλοδοξούν να γίνουν δημοσιογράφοι και μερικοί δημοσιογράφοι φιλοδοξούν να γίνουν λογοτέχνες. Στην πρώτη κατηγορία εντάσσεται ο Γιώργος Ιωάννου, που τα τελευταία του βιβλία αποτελούν ένα είδος λογοτεχνικής δημοσιογραφίας. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκει ο Χρίστος Ζαφείρης, που το πρώτο του βιβλίο αποτελεί ένα είδος δημοσιογραφικής λογοτεχνίας.

Το ενδιαφέρον και την αγάπη του Ζαφείρη την απορροφά εξολοκλήρου η Θεσσαλονίκη. Και το καταλαβαίνω πολύ καλά αυτό: άπαξ και δεχτεί κανείς την κρυφή ακτινοβολία αυτής της πόλης, δεν μπορεί πλέον να γράφει για άλλα πράγματα…’

Το πλήρες αυτόγραφο σημείωμα του Ντίνου Χριστιανόπουλου, που φιλοξενήθηκε ως εισαγωγή στην πρώτη έκδοση του βιβλίου μου ‘’Θεσσαλονίκης Τοπιογραφία’’ το 1990, στη συνέχεια:

           ‘

Όταν το 1993 κυκλοφόρησε το βιβλίο μου ‘’Ο έρως σκέπει την πόλη’’  από τον ‘’Εξάντα’’, θεώρησα τον αγαπητό φίλο Ντίνο τον κατάλληλο άνθρωπο να το παρουσιάσει στη Θεσσαλονίκη.  Η παρουσίαση έγινε στο πατάρι του Ιανού και συμπαρουσιαστής ήταν ο φίλος καθηγητής της Νομικής σχολής του ΑΠΘ και δόκιμος ερευνητής της ιστορίας της πόλης Γιώργος Αναστασιάδης.

Χριστιανόπουλος, Ζαφείρης, Αναστασιάδης, Νίκος Καρατζάς, υπεύθυνος του Ιανού.

Όταν πήρε το λόγο ο Ντίνος με άφησε σύξυλο με τα λεγόμενά του, όπως και το έκπληκτο ακροατήριο της αίθουσας. Ενώ περίμενα ένα καλό λόγο για το βιβλίο, ως είθισται στις παρουσιάσεις, περιορίστηκε στην ομιλία του να υπερτονίζει κάποια λάθη και θεματογραφικές παραλείψεις του βιβλίου. Στο τέλος βέβαια είπε ξινά και τον καλό λόγο, ότι το βιβλίο είναι μια γλαφυρή καταγραφή για τον ερωτικό μύθο της Θεσσαλονίκης. Βέβαια, πέρα από όσα είπε δημόσια, μου είπε ιδιαίτερα ότι το βιβλίο είναι καλό και πρωτότυπο. Κι όταν τον ρώτησα γιατί το ‘’έθαψες’’, απάντησε ‘’έτσι τα λέω εγώ’’.  Τι να κάνουμε, αυτός είναι ο Ντίνος, αυστηρός, ιδιόρρυθμος και μερικές φορές άδικος σε φίλους και δικούς του.

Άποψη του ακροατηρίου της επεισοδιακής παρουσίασης του βιβλίου ‘Ο έρως σκέπει την πόλη’ με αγαπητούς φίλους. Πρώτη σειρά: Βάνα Χαραλαμπίδου, Ηλίας Κουτσούκος, Σωτήρης Θεολογίδης. Δεύτερη σειρά: Αντώνης Σατραζάνης, Νίκος Παπαδάκης, Κώστας Λαχάς, Κλέαρχος Τσαουσίδης. –  Οι φωτογραφίες της εκδήλωσης είναι του αείμνηστου Γιάννη Κυριακίδη.

Το απροσδόκητο  επεισόδιο του Ιανού  δεν σκίασε τις φιλικές μας σχέσεις. Συναντιόμασταν όμως σπανιότερα, καθώς λόγω έλλειψης χρόνου και διαφορετικών ενδιαφερόντων δεν διασταυρώνονταν οι δρόμοι μας. Του έστελνα σταθερά τα βιβλία μου και ανταποκρίνονταν με ευγενικά σημειώματα ευαρέσκειας που συνήθως συνοδεύονταν με διορθώσεις λαθών και επισημάνσεις θεματογραφικών παραλείψεων, όπως στο παρακάτω σημείωμά του για το βιβλίο μου ‘’Η μνήμη της πόλης, Η Θεσσαλονίκη τον 19ο και 20ο αιώνα, εκδ. Γνώση, 2007.

Τον επισκέφτηκα τελευταία φορά στο σπίτι του στις Σαράντα Εκκλησιές μαζί με τον φίλο Γιώργο Γιακουμίδη,  όταν ακόμη διατηρούσε το οικείο πρόσωπο που ξέραμε κι έτσι θέλω να τον κρατήσω εσαεί στη μνήμη μου. Έκτοτε η διαταραγμένη υγεία του επιδεινώθηκε και μεταφέρθηκε σε ίδρυμα αποκατάστασης και ευγηρίας, απ’ όπου φίλοι που τον επισκέπτονται μού μεταφέρουν κακά μαντάτα, ενός ανθρώπου που δυσκολεύεται να  αναγνωρίσει οικεία πρόσωπα, μια εικόνα που δεν έχει σχέση με τον φίλο που γνωρίζαμε.  Εμείς όμως θα κρατούμε το αλλοτινό προσωπικό και πνευματικό πορτρέτο του και την τοτινή  αύρα του. Και κλείνω με την ευχή: Τα στερνά του να κρατηθούν, όσο γίνεται,  ‘’ανώδυνα και ανεπαίσχυντα’’…

Χ.ΖΑΦ.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here