Αρχική ΔΡΩΜΕΝΑ Μάγισσα Θεσσαλονίκη. Η ψυχαγωγική τοπογραφία της πόλης στα τραγούδια

Μάγισσα Θεσσαλονίκη. Η ψυχαγωγική τοπογραφία της πόλης στα τραγούδια

1232
0
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Ο ποικίλος διάκοσμος στο παλιό καφέ Σαντέ στην οδό Μητροπόλεως.

Πολλά τραγούδια της Θεσσαλονίκης μιλούν για διαχρονικά στέκια, τόπους αναψυχής και διασκέδασης, γενικά για διάσπαρτους χώρους του ιστορικού κέντρου, των προαστίων και της παραλιακής ζώνης που αρχειοθετήθηκαν στη μυθολογία της πόλης. Βέβαια από την πληθώρα των κέντρων διασκέδασης της πόλης λίγα πέρασαν στα τραγούδια της, σκόρπιες και αποσπασματικές αναφορές, ανάλογα με τις βιωματικές επαφές των δημιουργών ή τις στιχουργικές ανάγκες και όχι σε σχέση με την αξιολογική ιεράρχηση κάθε τόπου και ονόματος.

Διάσημο  διαχρονικό τραγούδι που  αναφέρεται στη γλεντζέδικη προπολεμική Θεσσαλονίκη, είναι το «Μπαξέ τσιφλίκι» του Βασίλη Τσιτσάνη, αν και το τραγούδι γράφτηκε την περίοδο της κατοχής. Ο κορυφαίος συνθέτης του ρεμπέτικου το έγραψε στα τέλη του 1942 μέσα στο μαγαζί «Τα κούτσουρα του Δαλαμάγκα», στην οδό Νικηφόρου Φωκά, κοντά στο Λευκό Πύργο, όπου ο Τσιτσάνης έπαιζε μπουζούκι και τραγουδούσε εκείνη την περίοδο της κατοχής.

Πάμε τσάρκα πέρα στο Μπαξέ Τσιφλίκι/ κούκλα μου γλυκιά απ’ τη Θεσσαλονίκη,/
Στου Νικάκη τη βαρκούλα, γλυκιά μου Μαριγούλα,/ να σου παίξω φίνο μπαγλαμά.

Πάμε τσάρκα πέρα στο Καραμπουρνάκι/ να τα πιούμε μια βραδιά στο Καλαμάκι/
κι από `κει στο Μπεχτσινάρι, σε φίνο ακρογιάλι,/ να σου παίξω φίνο μπαγλαμά.

Πάμε τσάρκα στην Ακρόπολη, στη Βάρνα/ κι από `κει στα κούτσουρα του Δαλαμάγκα./
Μαριγώ θα σε τρελάνει, ν’ ακούσεις τον Τσιτσάνη/ να σου παίξει φίνο μπαγλαμά.

Το «Μπαξέ Τσιφλίκι» είναι μια ψυχαγωγική τοπογραφία της Θεσσαλονίκης, ένα πανόραμα της προπολεμικής γλεντζέδικης πόλης, με τα γνωστά κέντρα διασκέδασης, το Καλαμάκι στο Καραμπουρνάκι, το κέντρο Χατζή Μπαξέ, στη δυτική πλευρά της πόλης, κοντά στο Μπεξινάρι, το χαμένο πια σήμερα εθνικό πάρκο του 19ου αιώνα Μπέστιναρ, που εξαφανίστηκε από τις λιμενικές επεκτάσεις στα μεταπολεμικά χρόνια. Επίσης  η γλεντζέδικη βόλτα περιλαμβάνει μαγαζιά στην Ακρόπολη, τη Βάρνα, τα Κούτσουρα του Δαλαμάγκα κοντά στο Λευκό Πύργο και άλλα, όπου προσέτρεχε η προπολεμική κοσμική τάξη της πόλης για διασκέδαση και οι ευκατάστατοι και γλεντζέδες της κατοχής και της περιόδου του εμφυλίου.

Η πρώτη σελίδα του ρεπορτάζ που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό »Θεσσαλονικέων Πόλις» (τ. 72/2020)

Την ίδια σχεδόν τοπογραφική βόλτα στα γνωστά ρεμπέτικα στέκια της προπολεμικής Θεσσαλονίκης κάνει και το τραγούδι του Κώστα Ρούκουνα «Με μια τσαχπίνα μπλέχτηκα». Πάλι στα ίδια διάσημα προπολεμικά κέντρα διασκέδασης: στο «Χατζή μπαξέ», στη δυτική Θεσσαλονίκη, στις δροσιές του κήπου του Μπέχτσιναρ, δίπλα στο λιμάνι, στο Καραμπουρνάκι, στην Αρετσού, με ορχήστρες λαϊκής μουσικής και μπουζούκια.

Γλέντι τρελό εκάναμε μαζί κάθε βραδάκι,/ Χατζή Μπαξέ πηγαίναμε και στο Καραμπουρνάκι./ Ζωή χρυσή περνούσαμε τις νύχτες με φεγγάρι/ Στης Σαλονίκης τις δροσιές, μέσα στο Μπεξινάρι/ Στης Αρετσούς τις ομορφιές, μες στη Θεσσαλονίκη/ Αλλάζαμε γλυκά φιλιά τα βράδια με τη Νίκη.

Το τραγούδι αυτό δίνει την ακτογραμμή των περίφημων κέντρων της ακτής του Θερμαϊκού, που άρχιζαν από το Μπέχτσιναρ, δυτικά του λιμανιού και έφταναν στην Αρετσού, στην Καλαμαριά. Τα πιο σημαντικά αρχίζανε από την περιοχή Ευζώνων, προπολεμικά, πριν από τη μεγάλη επιχωμάτωση της ανατολικής ακτής. Ήταν το Φάληρο, στην ομώνυμη περιοχή, λίγο πιο κάτω το Μιραμάρε και ο Μέγας Αλέξανδρος, εκεί που είναι σήμερα το ξενοδοχείο «Κουίν Ολγα». Στην περιοχή Ευζώνων ήταν μεταπολεμικά το αριστοκρατικό κέντρο Ντελίς των αδελφών Βικελίδη, της περίφημης οικογένειας, παικτών και παραγόντων της ομάδας του «Άρη», όπου πέρα από τις τοπικές ορχήστρες έπαιζαν και ξένα συγκροτήματα με αμερικάνικα τραγούδια και βραζιλιάνικους ρυθμούς. Πιο κάτω, μεταξύ Μαρτίου και  Αλλατίνι ήταν το  Λουξεμβούργο, οι Τζιτζιφιές, ο Μπίμπας, τα Καμινίκια, τα Πεταλάκια, ο Φάρος που μετονομάστηκε σε Νεράιδα, το Πλοίο της Χαράς.

Τα πιο πολλά κέντρα ήταν συγκεντρωμένα  στο Καραμπουρνάκι που ήταν και η προπολεμική επίσημη πλαζ της Θεσσαλονίκης ως τη δεκαετία του 1960, πριν μεταφερθεί στις ακτές της Αγίας Τριάδας. Εκεί ήταν τα κέντρα ΚαρεκλάςΒουτυράς,   ΠαπαρούνεςΚαλαμάκιΚαλαμίτσα, ιστορικά λαϊκά κέντρα όπου έπαιξαν όλοι σχεδόν οι συνθέτες και τραγουδιστές που πέρασαν από τη Θεσσαλονίκη στο μεσοπόλεμο και τις δυο πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες.

Μετά το παλατάκι, το ακρωτήρι του Καραμπουρνού, προς την ακτή της Αρετσούς και της Νέας Κρήνης ήταν τα περίφημα κέντρα  διασκέδασης ο Παράδεισος του Κωνσταντάκου,  η Ακρόπολη, η Αγάπη,  ο Ψαράς, οι Κουκουβάουνες, η Καντάδα, το Χρυσό Πέταλο, ο Χάρκας, ο Χαμόδρακας.  Επίσης στην ίδια περιοχή, ήταν  ο Μπάτης, η Χαβάη, το Μαϊάμι. Το πιο γνωστό κοσμικό κέντρο  της Αρετσούς ήταν η Ρέμβη του Θανάση Μπένδου, όπου έπαιξαν κατ’ επανάληψη στη δεκαετία του 1960 το νεανικό συγκρότημα «Φόρμιγξ» του Βαγγέλη Παπαθανασίου, πριν φύγει στο εξωτερικό και γίνει διάσημος.

Στα περισσότερα κέντρα του Θερμαϊκού, προπολεμικά εμφανιζόταν η ορχήστρα του Θεόφιλου Κλέπφερ και της Τίλντας όπου έπαιζε βιολί ο Αγάπιος Χατζηνάσιος, πατέρας του συνθέτη Γιώργου Χατζηνάσιου και ο ακορντεονίστας Κώστας Καρανίκας, τραγουδιστής και συνθέτης, που πρωταγωνίστησαν στη λεγόμενη ελαφρολαϊκή διασκέδαση της Θεσσαλονίκης. Μεταπολεμικά οι σημαντικότερες ορχήστρες της πόλης ήταν των Καρανίκα-Σπάθη-Ποζέλι, η ορχήστα «Πάρμεν», το συγκρότημα του Κώστα Παπαδημητρίου κ.ά. Στην ορχήστρα Καρανίκα-Ποζέλι έπαιζαν  τρία αδέρφια: ο Μενέλαος Σπάθης, βιολί, ο Αντώνης Σπάθης, ντραμς και ο Αλέκος Σπάθης, πιάνο. Στα χρόνια του 1960 η Νέα Κρήνη, η Αρετσού και το Καραμπουρνάκι προσέλκυσε τη νεολαία με  τα  νεανικά τοπικά ροκ συγκροτήματα. Το πιο αγαπητό κλαμπ ήταν το κέντρο Χαβάη, όπου έπαιζαν οι «Ολύμπιανς», οι «Μόνκς», αλλά και η Κουίντα, το Αριγκάτο και άλλα.

Ειδικά για το διαβόητο κέντρο Λουξεμβούργο, που έχει συνδεθεί με διάφορους μύθους της πόλης, να παραθέσουμε μερικά ιστορικά στοιχεία. Ήταν ένα παραθαλάσσιο κέντρο, στη σημερινή οδό Πιττακού, στην περιοχή του Ποσειδωνίου. Ιδρύθηκε το 1931 από τον επιχειρηματία Αθανάσιο Ροκάκη στους χώρους ενός παλιού εγκαταλειμμένου καθολικού μοναστηριού και λειτούργησε ως το 1958 με διάφορους ιδιοκτήτες. Ήταν περίφημο κοσμικό κέντρο με καλή κουζίνα και καλές ορχήστρες, ελληνικές και ξένες, κυρίως ιταλικές. Στο Λουξεμβούργο εμφανιζόταν ιδιαίτερα η ορχήστρα «Πάρμεν» που τη συγκροτούσαν ο Παρμενίων Αντωνιάδης, εξ ού και το όνομα της ορχήστρας Πάρμεν, ο Διδίλης πιάνο, ο Λαγόπουλος βιολί, ο Πώλ Κεφάτος ντραμς και η Μαίρη Πάρμεν τραγούδι.

‘’Παραγγελιές μάς στέλναμε απ’ όλο τον Θερμαϊκό…’’

Το Λουξεμβούργο έχει μπερδευτεί με την υπόθεση Πολκ. Η ιστορική έρευνα, όμως, απέδειξε ότι στο κέντρο αυτό δεν έφαγε πριν από τη δολοφονία του, όπως ψευδώς εμφανίστηκε  στη δίκη το 1948, ο  Αμερικανός δημοσιογράφος Τζορτζ Πολκ. Η στημένη δικογραφία έλεγε ότι εκεί το τελευταίο βράδυ ο άτυχος δημοσιογράφος έφαγε αστακό με μπιζέλια. Ποτέ δεν είχε περάσει όμως από το Λουξεμβούργο. Ήταν ένα από τα πολλά ψεύδη της δίκης -παρωδίας σε βάρος του αθώου δημοσιογράφου Γρηγόρη Στακτόπουλου, του οποίου η αθωότητα αποκαταστάθηκε μετά θάνατον.

Από το Λουξεμβούργο πέρασαν αρκετοί καλλιτέχνες, όπως η Νάνα Μούσχουρη, ο Γιώργος Οικονομίδης, ο Χάρρυ Κλιν, ο Στέλιος Καζαντζίδης, ο οποίος μεταπολεμικά όχι μόνο τραγούδησε αλλά συνεργάστηκε για ένα  διάστημα και σε επιχειρηματική βάση. Να τι είχε πει στον Βασίλη Βασιλικό γι’ αυτό το πέρασμά του από το Λουξεμβούργο ο Στέλιος Καζαντζίδης.

«Στο ‘Λουξεμβούργο’, στο μαγαζί, δεν είχε ξαναμπεί μπουζούκι. Με το καρέ των άσων, την καλύτερη ορχήστρα της Θεσσαλονίκης. Ο Άλκης ο Στέας ήταν σε δεύτερη μοίρα. Υπήρχε και μια τραγουδίστρια, η Πόπη Λώρη, δεν ξέρω αν σου λέει τίποτα το όνομα, μια πολύ τσαχπίνα, ωραία φωνούλα, ωραίος άνθρωπος. Γινόταν το σώσε στο ‘Λουξεμβούργο’. Εμείς βγαίναμε δυο φορές τη βραδιά. Ο κόσμος ήθελε να ακούσει Καζαντζίδη. Ο Μουσχουντής είχε επιστρατέψει σχεδόν τη μισή χωροφυλακή για να επιβάλει την τάξη. Δεν ξέρω αν θυμάσαι, το μαγαζί δεξιά και αριστερά είχε κάτι καρνάγια. Εκεί ήταν αραγμένα μεγάλα καϊκια. Τα πιτσιρίκια ανεβαίνανε στα κατάρτια. Μιλάμε για πολύ κόσμο. Λαοπλημμύρα. Μέχρι ένα μίλι στη θάλασσα ήταν βάρκες με κόσμο. Με φαναράκια, με τα ουζάκια τους, είχε κάτι μπουνάτσες ωραίες, ο κοσμάκης καθότανε εκεί μέχρι να σχολάσουμε. Παραγγελιές μας στέλνανε από όλο  τον Θερμαϊκό…»       

Οι δυο παραδοσιακές αγορές της Θεσσαλονίκης, που διατηρούν το μύθο της καλοφαγίας, το Καπάνι και η Μοδιάνο, πέρασαν στα τραγούδια της πόλης. Για τη Μοδιάνο, έγραφε ο Κωστής Μοσκώφ, που έκανε την παραδοσιακή αγορά πασίγνωστη σε όλη την Ελλάδα.

«Η Μοντιάνιο είναι η μεγάλη σκεπαστή αγορά της Θεσσαλονίκης, κέντρο αυτής της ζωής της πόλης, ως τέτοιου τόπου συνάντησης και συναλλαγής. Εκεί στο κατεξοχήν στέκι της, τη «Μυροβόλο Σμύρνη» χτυπά όσο πουθενά αλλού η καρδιά της πόλης χαρμόλυπη πάντα μαζί και ερωτική. Εκεί διεξάγονται οι μεγάλες μυσταγωγίες της συνάντησης με εργαλείο το ψωμί και το κρασί ή έστω την όλο άρωμα και πτήση ρετσίνα, τον μακεδονίτικο μερακλή μεζέ, τις συζητήσεις, το τραγούδι με προεξάρχοντες κάποιους ιερείς των μυστικών αυτών τελετών, που μετουσιώνουν τη διασκορπισμένη ύλη του κόσμου σε ύλη του ανθρώπου μέσα από την πραγματική «πόση του και βρώση του».        

Και στις δυο αγορές, πέρα από τα καταστήματα τροφίμων, ψαριών και οπωροκηπευτικών, υπάρχουν μικρά ουζάδικα και ταβέρνες όπου ερασιτέχνες μπουζουξήδες και τραγουδιστές κρατούν ακόμη την αυθεντική ατμόσφαιρα της παρεϊστικης  διασκέδασης. Η Μοδιάνο έκλεισε για να γίνουν έργα αποκατάστασης και συντήρησης. Χαρακτηριστικό είναι το τραγούδι του Δημήτρη Ζερβουδάκη «Μες στου Καπάνι τις στοές», όπου μιλάει για την κοινή διαχρονική παρουσία των εθνοτοπικών ομάδων που έζησαν  επί αιώνες και ‘’εγκατέλειψαν’’ την πόλη:

Μες στου Καπάνι τις στοές, άραγε τι να θες,/ Τούρκοι, εβραίοι φύγανε, σου στήνανε γιορτές. / …………………………  / Μες στου Καπάνι τις στοές/ χάθηκε μες στο χθες.

Το Καπάνι ήταν παραδοσιακή αγορά από τους πρώτους αιώνες της τουρκοκρατίας, κυρίως ήταν η αλευραγορά της πόλης. Η ατμόσφαιρά της, αλλά και η σύνθεση των προϊόντων της, παρά τις πολεοδομικές διαφοροποιήσεις του χώρου, διατηρείται ως τις μέρες μας. Στην επανάσταση του 1821 στον παλιό πλάτανο αυτής της αγοράς, που δεν υπάρχει σήμερα, οι Τούρκοι εκτέλεσαν τους πρόκριτους της πόλης, τα μέλη της τοπικής αυτοδιοίκησης, Χριστόφορο Μπαλάνο, Γεώργιο Πάικο, Κωνσταντίνο Τάττη, Στέργιο Πολύδωρο και  τον μητροπολίτη Κίτρους Μελέτιο, καθώς  και εκατοντάδες Θεσσαλονικείς.

‘’Ντουμανιάζει μες στη Δόμνα η κουλτούρα…’’

Ένα διάσημο στέκι της νεολαίας της Θεσσαλονίκης, στη δεκαετία του ’60, ήταν η ταβέρνα Δόμνα του Τάκη Νικολαϊδη στην πάνω πόλη, δίπλα στο πύργο του Τριγωνίου. Από τη Δόμνα πέρασαν κυρίως πολιτικοποιημένοι φοιτητές και νέοι την περίοδο της δικτατορίας. Μόνιμοι σχεδόν θαμώνες ο Γιάννης Κυριακίδης, ο Σπύρος Σακέτας, ο Γιώργος Πασχαλίδης, ο Τάκης Κουλάνδρου, ο Κλέαρχος Τσαουσίδης, ο Δημήτρης Γουσίδης, Ο Δημήτρης Καραϊσάς, ο Κώστας Λαχάς, ο οποίος έγραψε  κι ένα τραγούδι μελοποιημένο από τον Δημήτρη Καραϊσά  που το έπαιζε με την κιθάρα του στην ταβέρνα:

Ντουμανιάζει μες στη Δόμνα η κουλτούρα,/ Σουξουμούξου μανταλάκια και βαβούρα,/ Αρχιτέκτονες μπλαζέ με Μαρκούζε αγκαζέ./ Αλλάζουνε τις γκόμενες σαν τα πουκαμισάκια/ Κι όλο για επανάσταση μιλάνε στα παιδάκια./Κερέτσιλερ φουμάρουνε της Ξάνθης/ Τα φράγκα όμως είναι της Χρυσάνθης/ Και την Κυριακή «Ζιτάν»/ Σάμπως ξέρουν τι ζητάν(ε).

Δυο από τους γνωστότερους θαμώνες της »Δόμνας», ο δημοσιογράφος Δημήτρης Γουσίδης (αριστερά) και ο φωτορεπόρτερ Γιάννης Κυριακίδης. Πίσω τους ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας Τάκης Νικολαϊδης.

Ακόμη και σήμερα τα παιδιά του αείμνηστου Τάκη Νικολαϊδη ανοίγουν κάποιες μέρες την παλιά ταβέρνα για τους νοσταλγούς της παλιάς εποχής, κυρίως ηλικιωμένους, με αισθητή την απουσία της νεολαίας που έσφυζε παλιότερα στο μαγαζί. Αυτήν τη σύγχρονη ατμόσφαιρα, με την νοσταλγική μουσική εκείνης της εποχής, απηχεί το τραγούδι, σε σατιρική διασκευή του Χρίστου Ζαφείρη, που περιλήφθηκε στο  CD «Από το Βαρδάρι ως το Ντεπό» του Δημήτρη Καραϊσά (προσωπική έκδοση).

Κάθε Τρίτη καθετήρες στην ταβέρνα,/ Ξενυχτούν ως το πρωί κι αβέρτα κέρνα/Και μαγκίτες εποχής, έλα φίλε να τους δεις./ Γουστάρουνε τα όμορφα και βιάγκρα καρτερούνε/ Να βγουν απ’ τ’ αδιέξοδα και λύτρωση να βρούνε.

Πούναι η Δόμνα που ξεσήκωνε τα νιάτα/ Με μπουγέλα, μεζελίκια, γκομενάκια/ Κι υψηλή πολιτική κι ο χαφιές καραδοκεί./ Όμως εμείς τη βρίσκουμε στου Μάρκου τα μεράκια/ Κι ολονυχτίς υψώνουμε δικά μας μπαϊράκια.

Όσες ταβέρνες και να κλείσουν/ Εμάς ποτές δεν θα μας πείσουν/ Πως έχει αλλάξει η ζωή,/ Αϊντε πάλι από την αρχή./ Και άλλες «Δόμνες» θα βρεθούνε/ Τα βράδια να μας καρτερούνε/ Κι ας φωνάζουν οι σοφοί/ «άντε και καλή ψυχή».

    Ένα από τα τελευταία ερωτικά στέκια της πόλης, ήταν το καλαίσθητο μπαρ στην οδό Μητροπόλεως το καφέ Σαντέ, δημιούργημα του καλλιτέχνη επιχειρηματία Γιώργου Καράογλου, που ήταν γνωστός με τα παρατσούκλια Κίκης ή Κικιρίμπας. Ένα μπαρ που έμοιαζε περισσότερο με παλαιοπωλείο με τις συλλογές σε μπιμπελό, παλιές κούκλες, φωνογράφους και γενικά ετερόκλητα νοσταλγικά αντικείμενα άλλων εποχών. Οι θαμώνες του ήταν νεαροί κουλτουριάρησες, φρικιά, γιάπηδες, καλλιτέχνες, περιθωριακοί, πολιτικοί και μέλη αριστερών κομμάτων. Στο Σαντέ είχαν δουλέψει ως σερβιτόρες και οι ηθοποιοί Θέμις Μπαζάκα και Σοφία Φιλιππίδου. Το καφέ Σαντέ  διατηρούσε την αυθεντική ατμόσφαιρα των παλιών μπαρ, πριν χρωματιστεί από την μετατροπή του σε εκλογικό κέντρο για ολιγοήμερη αρπαχτή προεκλογικής περιόδου.

Ο ιδιοκτήτης του »Σαντέ» Γιώργος Καράογλου  ή Κικιρίμπας μπροστά στο καφέ του. 

Μετά τη μεταφορά του στην παλιά εμπορική αγορά της Ίωνος Δραγούμη, το καφέ Σαντέ έχασε και την παλιά του αίγλη ως στέκι του κέντρου. Στο χώρο του λειτουργεί ένα αντίγραφό του καφέ, με διαφορετική, κοσμική πελατεία. Το παλιό ερωτικό κλίμα του καφέ Σαντέ μεταφέρει το ομώνυμο τραγούδι του Δημήτρη Καραϊσά   απί το CD «Από το Βαρδάρι στο Ντεπώ» σε στίχους του Στέφανου Ρικούδη:

Σε είδα χθες στου Κικιρίμπα/  κι απόρησέ μου η ψυχή./ Έχεις περάσει τα πενήντα/ και τa ‘πινες με μια μικρή./ Με μια μικρή που σε κοιτούσε/ πώς κατεβάζεις τα ποτά,/με μια μικρή που απορούσε/ τι θα της έδινες μετά….

Το καφέ De Facto στην οδό Παύλου Μελά.

Στα τρία θρυλικά  στέκια – καφέ μπαρ της τελευταίας εικοσαετίας του 20ού αιώνα, το Σαντέ, τον Μανδαγόρα και το De Facto, αναφέρεται το τραγούδι  Παίδες Ελλήνων ίτε του Θάνου Μικρούτσικου σε στίχους του Κώστα Λαχά, που πρωτοτραγούδησε το 2009 ο Κώστας Θωμαϊδης.

Παίδες Ελλήνων ίτε/ στον Μανδραγόρα, στο Ντεφάκτο, στο Σαντέ/ επί σκοπόν μες στα μπαράκια γρηγορείτε/ γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ.

Εμπρός στα χαρακώματα τροχάδην/ όρθιοι σώμα με σώμα ή πρηνείς,/ μάχες να δώσουμε εκ του συστάδην/ επώνυμοι, ανώνυμοι και αφανείς.

Ένα κόκκινο φεγγάρι με αλώνει/ τον καημό μου μεγαλώνει μεγαλώνει./ Ένα κόκκινο φεγγάρι με αλώνει/ τον καημό μου μεγαλώνει μεγαλώνει.

Τα όνειρά μας σβήνουν πριν να φέξει/ στις σκοτεινές προφυλακές των μπαρ/ στα γόνατά μου κλαίει μια σταρ/ για ρόλους που ποτέ της δε θα παίξει.

Ο Μανδραγόρας άνοιξε από τον Νίκο Γαρέφη το 1982 στον πρώτο όρο μιας πολυκατοικίας του Μεσοπολέμου, στη γωνία Μητροπόλεως και Παύλου Μελά. Ήταν μια μίξη μπιστρό, μπάρ και καφέ, με πλούσιο κατάλογο κρασιών, δημιουργικών πιάτων και ψαγμένης μουσικής και οι θαμώνες του αστοί και άνθρωποι του πολιτισμού. Το καφέ μπαρ  De Facto, στην οδό Παύλου Μελά, με την καλλιτεχνική φωτεινή επιγραφή, ιδρυμένο το 1983 από τους Τάσο Καζλάρη, Δημήτρη Μπίρδα και Λίτσα Τατόγλου, έγινε διάσημο στέκι Θεσσαλονικιών και επισκεπτών καλλιτεχνών, ποιητών και συγγραφέων, πανεπιστημιακών και δημοσιογράφων.

Διάσημο κοσμικό κέντρο, που η ακμή του συμπίπτει με την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία, ήταν το ζαχαροπλαστείο Φλόκα στην Τσιμισκή με Αγίας Σοφίας. Εκεί σύχναζαν πολιτικοί, καπνέμποροι, καθηγητές πανεπιστημίου και γενικότερα εκπρόσωποι της αστικής τάξης και οι αρχές της πόλης, με τη διακριτική παρουσία, για χρόνια, του εκδότη της ‘’Μακεδονίας’’ Γιάννη Βελλίδη. Το κέντρο ήταν ένα είδος πασαρέλας για τους κοσμικούς της εποχής, οι οποίοι, όπως λέει και το παρακάτω τραγούδι, το να καθήσουν στις άνετες πολυθρόνες του, το είχαν για ονόρε.

 Το καφέ »Φλόκα» στην γωνία των οδών Αγίας Σοφίας και Τσιμισκή.

Μετά το πάρκο της ΧΑΝΘ, στην περιοχή της Ευζώνων, δίπλα στο παραδοσιακό κτίριο των Προσκόπων υπήρχε το κέντρο διασκέδασης  Αρζεντίνα  που διατηρήθηκε ως τη δεκαετία του 1960. Ήταν το τελευταίο κοσμικό  κέντρο της περιοχής που εξαφανίστηκε μετά την επιχωμάτωση της νέας παραλίας και την επέκταση του πεδίου του Άρεως, τμήμα του οποίου ανοικοδομήθηκε.

Η παραθαλάσσια Σαλαμίνα του τραγουδιού είναι η σημερινή περιοχή Σαλαμίνας που επιχωματώθηκε μεταπολεμικά. Εκεί, που σήμερα υψώνονται πολυκατοικίες και ένα λυόμενο σχολείο, ήταν η πρώτη ιχθυόσκαλα και αρκετές ψαροταβέρνες. Οι πιο γνωστές ήταν ο Γαβρήλος, ο Βασίλης  και ο Φλοίσβος, η ταβέρνα του Φουρναράκη και το ζυθεστιατόριον Η Κωνσταντινούπολις.

Το τραγούδι Στου Φλόκα σε στίχους Χρίστου Ζαφείρη, είναι του Δημήτρη Καραϊσά από το CD «Από το Βαρδάρη ως το Ντεπώ».

Εδώ που παίζεις σκέιτμπορντ/ ήταν η Αρζεντίνα/ και κει που γεύεσαι πόπκορν/ ήταν η Σαλαμίνα./ Στο Αλκαζάρ είδα Ναρκγίς/ στο Ζέφυρο Αλ Καπόνε,/ ρετσίνα ήπια στο Ντελίς/ στου Φλόκα για ονόρε.

Γι’ αυτό ανθίζει ο έρωτας/ σε τούτα τα τοπία,/ ζυμώθηκαν με δάκρυα/ και με μελαγχολία./ Ιδια είναι η αγάπη Αρετσού και Καλαμάκι./ Δεν αλλάζει με το χρόνο, δυναμώνει με τον πόνο.

Το Αλκαζάρ και ο Ζέφυρος ήταν  παλιοί κινηματογράφοι. Ο πρώτος στεγαζόταν στο Χαμζά μπέη τζαμί, στη διασταύρωση Εγνατία και Βενιζέλου, και ο δεύτερος ήταν θερινό σινεμά σε ελεύθερη αλάνα της  πλατείας Αριστοτέλους, πριν οικοδομηθεί. Το Ντελίς ήταν παλιά ταβέρνα στην περιοχή Ευζώνων.

Τα κέντρα των κοσμικών, με μετάξι και πουπλίνα, η Αρζεντίνα και το Λίντο, εμφανίζονται και στο τραγούδι «Μεγάλη πλατεία» των Παντελή Θαλασσινού, Νικόλα Μητσοβολέα. Το τραγούδι φέρνει εικόνες της παλιάς Θεσσαλονίκης  με πολλά νοσταλγικά σημεία της πόλης: το γήπεδο του ΠΑΟΚ, το τραμ στην Εγνατία, τα «Κούτσουρα» του Δαλαμάγκα, ο Τσιτσάνης,  η Έκθεση, ο κινηματογράφος Ρεξ, οι βαρκάδες στο Θερμαϊκό, η οδός Αιγύπτου στα Λαδάδικα, το τζουκ μποξ με τη Γιώτα Λύδια, ερωτικό ρομάντσο σε φεγγαράδα.  Το κέντρο  διασκέδασης «Λίντο» βρισκόταν στη γωνία Τσιμισκή και Καρόλου Ντιλ στο υπόγειο κάτω από το σημερινό καφέ «Στρέτο». Γνώρισε δόξες  από την παρουσία κοσμικών της Θεσσαλονίκης, γύρω στα 1950, ενώ στο πάλκο του εμφανίστηκε ο Γιώργος Οικονομίδης και άλλες φίρμες της εποχής.

Το γήπεδο του ΠΑΟΚ φωτισμένο,/  το τραμ στην Εγνατία ιδρωμένο./ Το ‘’Ρεξ’’ παίζει τον ‘΄’Τίγρη της Βεγγάλης’’/ και συ με τα βιβλία υπό μάλης.

Τη θάλασσα κοιτάζεις με τις ώρες./ Στα ‘’Κούτσουρα’’ χορεύει η Ντολόρες,/ λιμάρει ο Τσιτσάνης  τη ‘’Δροσούλα’’./  Το βράδυ θα νοικιάσω μια βαρκούλα. 

Στο Λίντο και στην Αρζεντίνα/ το μετάξι κι η πουπλίνα./  Στη μεγάλη την πλατεία/ η αγία, η Αγία Αλητεία.

Μιλώντας για τα κέντρα της Θεσσαλονίκης δεν μπορούμε να παραλείψουμε ένα θρύλο της μεταπολεμικής Θεσσαλονίκης, τη ρεμπέτισσα Λιλή. Η φωνή της διασώθηκε χάρη σε μια παλιά ηχογράφηση του 1987 στον τηλεοπτικό σταθμό  Θεσσαλονίκης της ΕΡΤ και κυκλοφόρησε σε CD χάρη στην πρωτοβουλία του 9,58 της ΕΡΤ3. Ήταν ένα πρόσωπο μυθικό για τους φίλους του αρχοντο-ρεμπέτικου στη Θεσσαλονίκη. Το πραγματικό όνομα της ρεμπέτισσας ήταν Ζαχαρένια Βαλαβάνη, αλλά όλοι την ήξεραν με το καλλιτεχνικό της όνομα Λιλή. Πέρασε από αρκετά μαγαζιά και έχει ταυτιστεί με άλλους δύο εκλεκτούς μουσικούς του λαϊκού τραγουδιού, τον Γιώργο Καμπουρέλο-Πρoπατορίδη και τον Σωκράτη Θεοδωρίδη. Και έτσι ως μουσικό τρίο εμφανιζόταν για πάνω από είκοσι χρόνια: Λιλή-Καμπουρέλος-Σωκράτης.

Ρίζωσαν και οι τρεις στην πόλη και ουδέποτε διανοήθηκαν να κατέβουν στην Αθήνα ή να πάνε σε άλλες πόλεις όπως κάνουν τόσοι άλλοι συνάδελφοί τους.  Έπαιξαν και τραγούδησαν από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 στα πιο γνωστά και ευπρόσωπα (και πραγματικά λαϊκά) κέντρα της Θεσσαλονίκης: «Καλαμίτσα», «Λουξεμβούργο», «Καλαμάκι», «Καραμπουρνάκι», «Λουξ», «Κοκώνης», «Σπηλιά», «Καλύβα» κ.α. …Κοντά στον Καμπουρέλο και τον Σωκράτη ήταν η μεγάλη κυρία της νύχτας  στη Θεσσαλονίκη, η Λιλή (Ζαχαρένια Βαλαβάνη) που έφυγε από τη ζωή την 1η Φεβρουαρίου 2001. Με την ιδιότυπη  (και αμίμητη) φωνή της ερμήνευσε με έκφραση και πάθος τα ωραιότερα ελληνικά τραγούδια…      

Μπορεί να μην έχει σχέση με τη Θεσσαλονίκη  Το μινόρε της αυγής, η λαϊκή καντάδα του Σπύρου Περιστέρη, αλλά έχει ταυτιστεί με την περίφημη ρεμπέτισσα. Αυτό το τραγούδι έλεγε πάντα η Λιλή κατά τις πρωινές ώρες πριν κλείσει το πρόγραμμά της στο Μινουί, ή στον «τάφο», όπως έλεγαν το τελευταίο υπόγειο μαγαζί όπου τραγουδούσε το αγαπητό  ρεμπέτικο τρίο Λιλή-Καμπουρέλος και Σωκράτης στην περιοχή της Καμάρας.

Στη μουσική περιδιάβαση σε κέντρα και στέκια της Θεσσαλονίκης αξίζει να αναφέρουμε και το  επιγραφόμενο Στρέττο, ένα μουσικό οργανικό κομμάτι γραμμένο  από το Γιώργο Σταυριανό για το καφέ Στρέττο στην οδό Καρόλου Ντηλ και Τσιμισκή.

 

                                                        

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here