Αρχική ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΑΙΩΝΑΣ Αρχιτεκτονική Στη διάσωση, οργάνωση και προβολή της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς το μέλλον της Καστοριάς

Στη διάσωση, οργάνωση και προβολή της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς το μέλλον της Καστοριάς

972
1
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Πήγα ένα διήμερο στην αγαπημένη μου Καστοριά για άλλο θέμα, αλλά μαγεύτηκα, την περπάτησα, είδα κι άκουσα αρκετά κι έκανα ρεπορτάζ όπως παλιά. Είχα καιρό να πάω στην όμορφη πόλη της λίμνης Ορεστιάδας, πρόσεξα κάποιες αλλαγές της προς το καλύτερο, αλλά το μεγάλο πρόβλημα της σωτηρίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της παραμένει στάσιμο. Μάλλον θα  χειροτερεύσει με την παρατεταμένη κρίση στη γούνα, όπου έβαλε το βαρύ χέρι της και η Ευρωπαϊκή Ένωση με τις απαγορεύσεις των εξαγωγών προς τη Ρωσία, που ήταν ο κύριος καταναλωτής των περίφημων γούνινων προϊόντων της Καστοριάς.

Αυτή η οικονομική και εργασιακή ύφεση με τη γούνα που έφερε πλούτο στην Καστοριά, έχει κι ένα… καλό στη στραβή συγκυρία. Είδα μια κλίση, μια προσπάθεια προς τον γενικό πολιτισμικό τουρισμό, πέρα από τον ειδικό διεθνή τουρισμό της γούνας. Η πόλη διαθέτει πλούσιο πολιτισμικό απόθεμα, βυζαντινά μνημεία και νεότερη εξαιρετική λαϊκή αρχιτεκτονική, τα οποία με μια στοχευμένη καμπάνια, οργάνωση και διόρθωση των ατελειών της, μπορεί να προσελκύσει πολλούς ξένους επισκέπτες. Ωστόσο, όλα γίνονται αποσπασματικά και με το σταγονόμετρο, πολλά αρχοντικά αργοσβήνουν  και καταρρέουν και η συστηματική επιχείρηση διάσωσης και προβολής της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς είναι ακόμη στα… σχέδια!

Αρχοντικά στην παραδοσιακή συνοικία Ντολτσό της Καστοριάς.

Δυο  αρχαιογνωστικά μουσεία της περιοχής – ‘’διαμάντια’’

Η πολιτεία έστησε τα τελευταία χρόνια δυο υποδειγματικά μουσεία του αρχαίου και βυζαντινού παρελθόντος της Καστοριάς: Το Βυζαντινό  Μουσείο στην πόλη και το Αρχαιολογικό μουσείο της περιφερειακής ενότητας Καστοριάς στο Άργος Ορεστικό. Το Βυζαντινό Μουσείο Καστοριάς στεγάζει σε σύγχρονο κτήριο την πιο σημαντική ίσως βυζαντινή συλλογή φορητών εικόνων στην Ελλάδα, καθώς περιλαμβάνει καλλιτεχνικά αριστουργήματα από τον 9ο ως τον 19ο  αιώνα, καλύπτοντας τρεις μεγάλες θεματικές και χρονολογικές ενότητες, τη βυζαντινή, τη μεταβυζαντινή (περίοδο τουρκοκρατίας) και τα καλλιτεχνικά ρεύματα που σημειώθηκαν στην πόλη, στη διάρκεια μιας σχεδόν χιλιετίας. Η Καστοριά ήταν σπουδαίο καλλιτεχνικό κέντρο με αντίστοιχη ακτινοβολία και η τέχνη της επηρεάζονταν από τα καλλιτεχνικά κέντρα της Δύσης, την Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη, την Κρήτη και άλλα μέρη.

Αίθουσα του Βυζαντινού Μουσείου Καστοριάς.

Η έκθεση του Βυζαντινού Μουσείου Καστοριάς είναι νέα (2016) και στήθηκε με γνώση και μαεστρία, εκμεταλλευόμενη τη σύγχρονη μουσειολογική τάση να διηγείται ανθρώπινες ιστορίες που έχουν σχέση με τα εκθέματα και τα μνημεία. Έτσι στα ενημερωτικά κείμενα βλέπει κανείς ανθρωποκεντρική αφήγηση, βυζαντινές αρχόντισσες, χορηγούς, καλλιτέχνες και κτήτορες των πολλών εκκλησιών της πόλης. Διαδραστικές οθόνες μας ενημερώνουν για την  ‘’κατασκευή’’ και αγιογράφηση μιας εικόνας και μας συνδέουν με τα βυζαντινά μνημεία της πόλης.

Σε αντίστοιχο κλίμα κινείται και η έκθεση του Αρχαιολογικού Μουσείου του Άργους Ορεστικού που καλύπτει την αρχαιολογική έρευνα από τα προϊστορικά χρόνια ως τα ύστερα ρωμαϊκά χρόνια της αρχαίας μακεδονικής περιφέρειας  Ορεστίδας, που συμπίπτει περίπου με τα όρια του νομού Καστοριάς. Είναι ένα μουσείο – μπουτίκ που περιέχει σημαντικά εκθέματα που βρέθηκαν στην περιοχή, σχολιασμένα και συσχετισμένα με ανθρώπινες ιστορίες. Ένα από τα συγκινητικά εκθέματα είναι μια ασπίδα της μακεδονικής φάλαγγας που κρατούσε Ορέστης οπλίτης στους πολέμους του Μακεδονικού βασιλείου.

Άποψη του Αρχαιολογικού Μουσείου Άργους Ορεστικού, δεξιά η ασπίδα της μακεδονικής φάλαγγας.

Όμως, ένα τόσο ωραίο και διδακτικό μουσείο δεν έχει την αντίστοιχη προβολή στον πολύ κόσμο. Λείπει η σήμανση με οδικές πινακίδες και παραμένει σχεδόν άγνωστο όχι μόνο στους επισκέπτες της Καστοριάς αλλά και στους ντόπιους. Τρεις κάτοικοι της πόλης που ρώτησα να με καθοδηγήσουν για να φτάσω στο μουσείο, το αγνοούσαν! Μπορεί να ήταν συμπτωματικό, αλλά είναι ενδεικτικό…

Το προϊστορικό οικομουσείο του Δισπηλιού

Το τρίτο σημαντικό αρχαιογνωστικό μουσείο της περιοχής, αλλά  αρκετά γνωστό στο Πανελλήνιο, είναι το Προϊστορικό Οικομουσείο του Λιμναίου Οικισμού του Δισπηλιού, έξω από την Καστοριά στη νότια ακτή της λίμνης. Η πρωτοποριακή αναπαράσταση με τις προϊστορικές κατοικίες φτιαγμένες πάνω σε πασάλους μέσα στη λίμνη με καλάμια και λάσπη, όπως οι παλιοί κάτοικοί τους, προσελκύει πολλούς επισκέπτες και αρκετά σχολεία. Βρέθηκα στην ξενάγηση ενός δημοτικού σχολείου από την αρμόδια μουσειοπαιδαγωγό, που με συναρπαστική  και κατανοητή γλώσσα εξηγούσε στους μικρούς μαθητές θέματα ζωής, οικονομίας και τέχνης που συνέβαιναν στον ίδιο χώρο πριν από 7.500 χρόνια!

Αναπαράσταση του προϊστορικού λιμναίου οικισμού στο Δισπηλιό.

Οι καλύβες όπως  και οι ξύλινες εξέδρες πρόσβασης με τις κουπαστές τους, που είχε κατασκευάσει πριν από χρόνια ο  αείμνηστος ανασκαφέας του Δισπηλιού- καθηγητής  Γιώργος Χουρμουζιάδης, έχουν φθαρεί σε αρκετά σημεία και εγκυμονούν κινδύνους για τους επισκέπτες και κυρίως για τους μαθητές. Είναι φανερό πως χρειάζονται ριζικές επισκευές ασφάλειας, συμπληρώσεις και γενικότερα μια εκσυγχρονισμένη επανέκθεση του χώρου…  Το μεγάλο γήπεδο με το γρασίδι μπροστά στον οικισμό, που χρησιμοποιείται για διάφορες υπαίθριες εκδηλώσεις, το κρατούν τσίλικο…

Τα  μουσεία λαογραφίας και νεότερης ιστορίας

Διαφορετική εικόνα παρουσιάζουν τα  τρία  βασικά μουσεία των νεότερων χρόνων της Καστοριάς, το Λαογραφικό Μουσείο, το Μουσείο Ενδυματολογίας και του  Μακεδονικού Αγώνα, που στεγάζονται σε ιστορικά αρχοντικά της πόλης.

Το Λαογραφικό Μουσείο Καστοριάς. Αρχοντικό Νεράτζη-Αϊβάζη, 1860, Κάτω η αίθουσα υποδοχής με τα πολύχρωμα βιτρό. 

Το Λαογραφικό Μουσείο Καστοριάς, στη συνοικία Ντολτσό, στεγάζεται στο αρχοντικό Νεράτζη-Αϊβάζη, χτισμένο στα 1860. Στο εσωτερικό του διατηρεί πλούσιο ζωγραφικό διάκοσμο και πλήρη σχεδόν την παλιά οικοσκευή του αρχοντικού (ξύλινα βαρέλια, οικιακά σκεύη, παλιούς καναπέδες, υφαντά, αργαλειό, παλιές φωτογραφίες κλπ.). Το μουσείο εποπτεύεται από τον Μουσικολογικό Σύλλογο ‘’Αρμονία’’, αλλά, παρόλη την προσπάθεια καλής λειτουργίας του από το σωματείο, η οργάνωση των εκθεμάτων και ο αριθμός τους δεν ανταποκρίνεται στον ορισμό ενός σύγχρονου λαογραφικού μουσείου.

Μουσείο Ενδυματολογίας Καστοριάς. Αρχοντικό Αδελφών Εμμανουήλ, 1750.

Το  λαογραφικό παραδοσιακό υλικό της περιοχής συμπληρώνεται από το κοντινό Μουσείο Ενδυματολογίας που διευθύνει ο ίδιο σύλλογος ‘’Αρμονία’’ και στεγάζεται στο αρχοντικό των Αδελφών Εμμανουήλ, κτίσμα του 1750.  Κύρια εκθέματα είναι  αυθεντικές παραδοσιακές ενδυμασίες της περιοχής και  γυναικεία κοσμήματα.

Από την επίσκεψη στα δύο λαογραφικά μουσεία  ενημερώνεσαι για τα αντικείμενα και το περιβάλλον διαβίωσης και ενδυμασίας του παρελθόντος της Καστοριάς, αλλά χρειάζεται μια επανέκθεση με τις σύγχρονες αρχές της μουσειογραφίας για να προβληθεί ικανοποιητικά ο πλούτος της παλιάς πόλης. Ειδικότερα στο αρχοντικό Νεράτζη-Αϊβάζη επιβάλλεται να γίνουν άμεσα και στερεωτικές εργασίες και συντήρηση πολλών σημείων του (τοιχώματα, τοιχογραφίες, ξύλινα κλπ.) γιατί παρουσιάζει έντονα στοιχεία φθοράς.

Το Μουσείο του Μακεδονικού Αγώνα εποπτεύεται από το σωματείο Φίλοι του Μακεδονικού Αγώνα και στεγάζεται στο αρχοντικό του εκπαιδευτικού και μακεδονομάχου Αναστασίου Πηχιώνα (Πηχεών) που χτίστηκε στο β’ μισό του 19ου αιώνα. Παρουσιάζει αρκετά κειμήλια και αναμνηστικά μακεδονομάχων της περιοχής που ήταν ο βασικός πυρήνας του Μακεδονικού Αγώνα (1904-1908). Χρειάζεται και αυτό σύγχρονη επανέκθεση των εκθεμάτων του.

Το αρχοντικό Μπασάρα (1750), πριν και μετά την αποκατάστασή του.

Ένα ακόμη αρχοντικό που ερειπωνόταν, του  Μπασάρα, χτισμένο το 1750, ανακαινίστηκε λαμπρά τα τελευταία χρόνια και πρόκειται να στεγάσει το Μουσείο Γούνας της Καστοριάς. Αρκεί οι συμπαθείς γουνοποιοί να αφήσουν την μουσειακή έκθεση στους ειδικούς μουσειολόγους για να γίνει ένα σύγχρονο  και ελκυστικό στους ντόπιους και διεθνείς επισκέπτες μουσείο…

Τα περίφημα αρχοντικά αργοσβήνουν…        

Ο θησαυρός της Καστοριάς είναι τα αρχοντικά της, κατοικίες της λαϊκής αρχιτεκτονικής, περίφημα σε όλον τον κόσμο που δυστυχώς τα τελευταία χρόνια, αν και χαρακτηρίστηκαν διατηρητέα, αφήνονται στη μοίρα τους και ερειπώνονται. Πολλά κατεδαφίστηκαν ως ‘’παλιατζούρες’’ για να υψωθούν σύγχρονες πολυκατοικίες που προκαλούν με  το ασούμπαλο μέγεθος και την ασχήμια τους.  Από τα 350 περίπου αρχοντικά που χαρακτηρίστηκαν από την πολιτεία διατηρητέα, τα 35 έχουν καταρρεύσει ή καεί, πολλά με δόλιο τρόπο για να… απαλλαγούν κληρονόμοι και ιδιοκτήτες από το  …διατηρητέο τους!   Περπατώντας στα σοκάκια της πόλης βλέπεις αρκετά ετοιμόρροπα στο τελευταίο στάδιο της κατάρρευσής τους…

Το αρχοντικό Χριστόπουλου (1753) στη συνοικία Απόζαρι…

Ένα τέτοιο κτήριο,  που αποτελεί κατά τη γνώμη μου, όνειδος για τον δήμο και την κοινωνία της Καστοριάς, είναι η σταδιακή ερείπωση και η άσχημη εικόνα του διατηρητέου αρχοντικού Χριστόπουλου που κτίστηκε το 1753 στη συνοικία Απόζαρι. Ο Αθανάσιος Χριστόπουλος, που γεννήθηκε σ’ αυτό το σπίτι το 1772, είναι η δόξα της Καστοριάς, σπουδαίος λόγιος και ποιητής, εξέχουσα προσωπικότητα του Διαφωτισμού και μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Το όνομά του η πόλη το έχει περί πολλού και σεμνύνεται που είναι παιδί της. Πώς τον τιμάει όμως στην πράξη, αφήνοντας να καταρρεύσει το σπίτι του όπου γεννήθηκε;

Αποσπασματικά κάποια μεμονωμένα αρχοντικά αποκαταστάθηκαν από το Υπουργείο Πολιτισμού και τον Δήμο και δόθηκαν σε φορείς της πόλης για να στεγάσουν μουσεία και διάφορες δράσεις. Δεν έγινε όμως συνολική αποκατάσταση κτηρίων και χώρων  κατά περιοχή, εκτός από μια εφαρμογή τεσσάρων γειτονικών αρχοντικών από τον  Δήμο στο Ντολτσό.  Η ομάδα μελέτης που συνέβαλε στην ανάπλαση της πρώτης ομάδας αρχοντικών υπέβαλε αρμοδίως τις προτάσεις της αλλά δεν είχε συνέχεια. Περιλαμβάνει ανάπλαση κατά παραδοσιακό πυρήνα με τα κτήρια, τα σοκάκια και τον περιβάλλοντα χώρο, προτάσεις για ανεξάρτητο φορέα διαχείρισης  της συνολικής ανάπλασης της  παραδοσιακής Καστοριάς.  Βεβαίως προβλέπει πηγές άντλησης πόρων για την υλοποίηση του προγράμματος και προτείνει την ίδρυση γραφείου στις Βρυξέλλες για την αναζήτηση σχετικών πηγών χρηματοδότησης σε ευρωπαϊκά προγράμματα, τακτική που εφαρμόζουν αρκετοί ‘’έξυπνοι’’ ελληνικοί δήμοι για την ανάπλαση οικιστικών συνόλων της περιοχής τους. Με αυτόν τον  τμηματικό τρόπο ανάπλασης παραδοσιακών περιοχών της Καστοριάς θα δημιουργούνταν ένα αξιόλογο παραδοσιακό σύνολο της πόλης, με αποκαταστημένα κτήρια που θα στέγαζαν δημόσιους και κοινωνικούς φορείς, μουσεία, ξενώνες, πολιτιστικούς και ψυχαγωγικούς χώρους, μαγαζιά εστίασης κλπ., που θα εξυπηρετούσαν το αυξημένο τουριστικό ενδιαφέρον, βοηθώντας παράλληλα στην απασχόληση πολλών κατοίκων της πόλης και στο χτύπημα της ανεργίας.

Δεν ξέρω τι έγινε, αν προχώρησε ή όχι, αν τις αγνόησαν ή αδιαφόρησαν για το μέλλον της πόλης οι αρμόδιοι, αν υπάρχουν σημαντικά εμπόδια που αναστέλλουν την υλοποίησή της. Μπορεί να έχουν εναλλακτικές λύσεις, αλλά από την κατάσταση που είδα ως απλός τουρίστας υπάρχει μια στασιμότητα και υποχώρηση στην ανάπλαση της παραδοσιακής εικόνας της Καστοριάς που δεν της αξίζει… Υπάρχουν βέβαια και κάποιοι ρέκτες ιδιώτες που αγοράζουν διατηρητέα αρχοντικά και αναλαμβάνουν την αποκατάστασή τους. Μπορεί να είναι ‘’άγια πράξη’’ και αρκετός ο αριθμός τους, αλλά δεν φαίνεται να είναι η ενδεδειγμένη λύση.

Η πόλη της Αχρίδας

Πρόσφατα επισκέφτηκα την Αχρίδα, την πόλη και τη λίμνη, που είναι σχεδόν »δίδυμες αδερφές» με την Καστοριά, πολιτιστικά και γεωγραφικά,  και εντυπωσιάστηκα. Σε σχέση με το μέγεθος και την αξία του πολιτισμικού αποθέματος η Καστοριά υπερισχύει, αλλά σε ό,τι αφορά την διαχείριση και την προβολή του πολιτισμού της η Αχρίδα (Οχρίδα, σλαβικά) δεν συγκρίνεται. Ολόκληρη η πόλη είναι χαρακτηρισμένος διατηρητέος οικισμός από την UNESCO, με πολλούς τουρίστες ολόκληρο το χρόνο και με πολλά πλεούμενα στη λίμνη.  Με μια συγκροτημένη προσπάθεια και καλύτερη διαχείριση και προβολή, η Καστοριά θα μπορούσε να ξαναλάμψει, να γίνει  ελκυστικός τουριστικός προορισμός, να βοηθήσει τους κατοίκους της να αξιοποιήσουν το ιστορικό παρελθόν της  και να βγουν παράλληλα από την κρίση της γούνας…

Χ.ΖΑΦ.

Σοκάκι στη συνοικία Ντολτσό.

Ευχαριστώ τον εκ νεότητος φίλο μου Νίκο Δόϊκο που ήταν ο ξεναγός μου σε όσα φανερά και απόκρυφα είδα στην Καστοριά. Ο Νίκος, αρχιτέκτων και πολεοδόμος, σπουδαγμένος στις ΗΠΑ και τη Θεσσαλονίκη, αντιστασιακός στη χούντα, επέλεξε να μείνει μόνιμα στην Καστοριά και δούλεψε με πάθος να αναστήσει την παραδοσιακή πόλη και να περιορίσει την νεωτερική ασχήμια της. Αναστήλωσε παλιά αρχοντικά, έχτισε σύγχρονα ‘’νεοπαραδοσιακά’’ σπίτια, έκανε σχέδια, μπήκε σε συλλογικότητες για την ανάπτυξη και την πρόοδο της περιοχής κι έχει ακόμη οράματα για την αγαπημένη του πόλη. Έγραψε ποιήματα και ιδεολογικά κείμενα και συγκρούστηκε με συμφέροντα και κρυφούς εχθρούς της γενέτειράς του. Είχε την επιμέλεια του λευκώματος ‘’Καστοριανά Μνημεία, καταγραφή των βυζαντινών, μεταβυζαντινών και νεώτερων εκκλησιαστικών και λαϊκών μνημείων της Καστοριάς’’, με κείμενα του αρχαιολόγου Γιάννη Σίσιου και φωτογραφίες του Δημήτρη Τσουρτσούλα, 1995.            

 

 

 

 

 

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here