Αρχική ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ Για μένα Η αδερφή μου, μια από τις ‘’νύφες’’ της Αυστραλίας, στο βιβλίο μου...

Η αδερφή μου, μια από τις ‘’νύφες’’ της Αυστραλίας, στο βιβλίο μου ‘’Ξενάχωμα’’

826
0
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Το πρωί  της 27ης Μαρτίου 20118) έφτασε το θλιβερό μαντάτο μέσω φέισμπουκ από το Σίδνεϊ, από την ανιψιά μου Αθηνά  που έγραφε ‘’Έφυγε η μαμά μας’’, η  αδερφή μου Κατίνα,  τρία  χρόνια μεγαλύτερή μου. Είχε αναζητήσει την τύχη της, μια από τις ‘’νύφες’’ της μακρινής ηπείρου, μαζί με δύο ακόμη αδέρφια μου στην Αυστραλία και είναι η μόνη που έμεινε εκεί, κοντά στα δυο παιδιά της, για πάντα στα ξένα! Είναι η πρώτη από τα εφτά αδέρφια της οικογένειας  που έσπασε τον αδύναμο κρίκο της αλυσίδας που μας έδενε και  φεύγει για το μακρινό ταξίδι. Η απώλεια βαριά, που γίνεται βαρύτερη από την απόσταση της ξενιτιάς…

Η περιπέτεια της αδερφής μου στην ξενιτιά  και η ενγένει ζωή της καταγράφεται στο βιβλίο μου ‘’Ξενάχωμα» που εκδόθηκε το 1996  από τις εκδόσεις ‘’Αίγειρος’’ της Θεσσαλονίκης, με σχέδια του Κώστα Λαχά, και  επαυξημένο και βελτιωμένο σε δεύτερη έκδοση το 2002 από τον ‘’Εξάντα’’ στην Αθήνα. Στη μνήμη της παραθέτω ένα απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό αφήγημα της οικογένειάς μου, που αναφέρεται με αλλαγμένα ονόματα και σε άλλους συγγενείς μου πρώτου βαθμού. Η συγκινητική αναφορά στη Χρυσάνθη  -το λογοτεχνικό όνομα της αδελφής μου Κατίνας-  διατηρεί όλες τις πικρές αλήθειες  και μνήμες μιας δύσκολης και τραγικής εποχής:

Σχέδια του Κώστα Λαχά στην πρώτη έκδοση του βιβλίου »Ξενάχωμα (1996

Με το  υπερωκεάνιο ‘’Πατρίς’’ στην Αυστραλία

‘’…Ο  Κώστας  ήταν που της είχε κάνει πρόσκληση  στην Αυστραλία, κορίτσι ακόμη, μέσω της ΔΕΜΕ, της καταραμένης επιτροπής που ξενίτευε οργανωμένα τον κόσμο και ερήμωνε τα χωριά, με λίγα αγγλικά και τρεις βδομάδες ενημερωτικά μαθήματα προσαρμογής, βοσκοπούλα αυτή, στην πολυεθνική πολιτεία. Άφησε πίσω της τη φωτογραφία της και τους γονείς της, τραβηγμένη από τον Φάφα, να κοιτούν συνοφρυωμένοι και αποσβολωμένοι κατά τον Όλυμπο, έχοντας πίσω κρεμασμένη σαν ασπρόμαυρο σκηνικό την πολύχρωμη μπανταμία, υφασμένη στον αργαλειό της γιαγιάς.

Κι ύστερα το υπερωκεάνιο  ‘’Πατρίς’’ από τον Πειραιά με χιλιάδες άλλους απόκληρους μετανάστες, αλλά όλοι με καθαρά πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων από την Ασφάλεια και το Υπουργείο. Πολλά κορίτσια σαν τη Χρυσάνθη, που είχαν ξεπεράσει το σύνορο της παντρειάς στο χωριό, έβλεπαν τον παράδεισο που έχασαν στον τόπο τους στη μακρινή Αυστραλία. Στην προκυμαία, μόλις το καράβι σφύριξε τρεις φορές, γονείς, αδέρφια και παιδιά με σκούρα φορέματα προσπαθούσαν να κρατήσουν στη μνήμη τους τα πρόσωπα και τις νευρικές χειρονομίες του αποχαιρετισμού, καθώς οι δικοί τους  ανέβαιναν  τη σκάλα του βαποριού, μια και το υπερπόντιο ταξίδι φάνταζε χωρίς επιστροφή. Όταν το καράβι έλυσε τα σκοινιά, ο πατέρας της αναλύθηκε σε λυγμούς, τσαλακώνοντας στο στήθος τη φωτογραφία που είχαν βγάλει το πρωί οι πλανόδιοι φωτογράφοι μπροστά στον Παρθενώνα, όπου ανέβηκαν για πρώτη φορά, παρασυρμένοι από Έλληνες μετανάστες που ‘χαν ακούσει για το μεγαλείο της Ακρόπολης στα ξένα […]

…. Σε τριάντα περίπου μέρες  το υπερωκεάνιο  έπιασε το λιμάνι της Μελβούρνης κι η Χρυσάνθη ένιωσε για λίγο πως βρήκε την τύχη της στη μακρινή  ήπειρο. Από το πλοίο έβλεπε πολλούς νεαρούς μετανάστες και γεροντοπαλίκαρα  που εφορμούσαν  ομαδικά σαν να ‘καναν γιουρούσι στις αποβάθρες ψάχνοντας για καλότυχη γυναίκα από την πατρίδα, να έχουν τα ίδια χνότα και την ίδια γλώσσα, να καταλαβαίνονται. Μα και σε κείνο το ξεδιάλεγμα, με τη μεγάλη ζήτηση, ξέμεινε η Χρυσάνθη. Δεν ήταν τόσο όμορφη, μα ήταν καλοσχηματισμένη και απέπνεε την παρθενιά της χωριατοπούλας που την έκανε ελκυστική  στους μπουχτισμένους  από ντόπιες γυναίκες της πολιτείας μετανάστες. Αλλά από την πρώτη μέρα που πάτησε το πόδι της στην ξένη ήπειρο πήρε ανάποδα τον αστικό περίγυρο της ξενιτιάς , που δεν τον γνώρισε ούτε από τις ελληνικές πολιτείες. Όσο κι αν άκουγε τη γλώσσα της, όλοι της μύριζαν και της βρομούσαν. Είχε άλλα πρότυπα στο μυαλό της,  κάτι σαν την κορμοστασιά του Νίκου που την εγκατέλειψε στο χωριό. Σε ένα εργοστάσιο γνώρισε τελικά τον Θανάση από τη Μακεδονία με προχωρημένο ζάχαρο, που όσο έμειναν στην Αυστραλία καθαρίζοντας σπίτια και μαγαζιά, με γιατρούς και αναρρωτικές, δεν φαινόταν η ύπουλη αρρώστια. Γύρισαν στην πατρίδα με αναπηρική σύνταξη κι ο Θανάσης, τρυπώντας κάθε μέρα τα μεριά του με ινσουλίνη, δεν άντεξε, κι εκείνη έμεινε χήρα με δυο παιδιά. Κι έριχνε το χώμα από τον τάφο της γιαγιάς Κατίνας  κλαίγοντας για την λατρεμένη της γιαγιά και για τον άντρα της, που θα τον ξενάχωνε σε λίγα χρόνια […].’’

(Μετά τον θάνατο του άντρα της ξαναγύρισε με τα παιδιά της, τον Θανάση και την Αθηνά, στην Αυστραλία, όπου έμεινε για πάντα, αφού ταλαιπωρήθηκε άσχημα τον τελευταίο καιρό από την επάρατο. Καλό  (νοερό) κατευόδιο αγαπημένη μου Κατίνα…)

Χ.ΖΑΦ.

Η οικογένειά μου σε φωτογραφία το 1954. (από αριστερά) τα αδέρφια Κατίνα, Αχιλλέας, Γιώργος, Λάμπρος (με το πηλίκιο), Βασιλική, Θόδωρος, Χρίστος, με τους… νεαρούς  γονείς μας  Ευαγγελή και Νικόλαο.

Φωτογραφία με τα ίδια πρόσωπα του 1992: (από αριστερά): Κατίνα (1942-2018), Αχιλλέας (1939), Γιώργος(1953),  Θόδωρος(1951), Χρίστος(1945), Λάμπρος(1937), Βασιλική(1948). Καθιστοί οι αείμνηστοι γονείς μας.           

Η πρώτη έκδοση ‘‘Το ξενάχωμα, ενθύμιον λύπης», σχέδια Κώστας Λαχάς, εκδ. Αίγειρος, Θεσσαλονίκη 1996

[Πρώτη ανάρτηση του κειμένου στο Facebook στις 27.3.2018, που  προκάλεσε πολλά σχόλια συμπαράστασης και συγκίνησε ιδιαίτερα το σχετικό απόσπασμα από το αφήγημα ‘’Ξενάχωμα’’]

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here